Ad

Από το Blogger.
 
Τα άρθρα που υπάρχουν στο Simple Mind είναι επι το πλείστων ξένα και αλιευμένα απο άλλες σελίδες στο διαδίκτυο. Μπορείτε να βρείτε την πηγή στην κάτω μεριά του εκάστοτε κειμένου.

Για οποιαδήποτε παρατήρηση, συμβουλή ή ακόμα αν θέλετε να δημοσιεύσουμε κάποιο άρθρο σας μπορείτε να μας στείλετε mail στο masterlista11@gmail.com

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

O λυρικός ποιητής Αλκμάνας

Κατεβάζοντας την θρησκευτική, λυρική ποίηση από τον Όλυμπο, στους ανθρώπους.

Ο Αλκμάνας συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πλέον σημαντικούς, αρχαίους Έλληνες, λυρικούς ποιητές. Λέγεται ότι ήταν γιος του Δάμα ή του Τίταρου, και ο κατεξοχήν διαμορφωτής της χορικής ποίησης στην Σπάρτη, ως ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό ύφος, περί τα μέσα του 7ου π.Χ.αιώνα. Δεν συνέθετε μονάχα το κείμενο των ποιημάτων του, αλλά καθόριζε τόσο τη μουσική, όσο και τις χορευτικές, μιμητικές κινήσεις τους, ενώ λόγω της απαράμιλλης τέχνης του, κατείχε την πρώτη θέση στον Αλεξανδρινό «κανόνα». Πηγές αναφέρουν ότι έζησε κατά την 27η Ολυμπιάδα (672 – 668 π.Χ.), και συγκεκριμένα όταν κυβερνήτης της Λυδίας ήταν ο Άρδυς, ενώ ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ευσέβειος τοποθετεί την ακμή του περί το 659 π.Χ.
Όσον αφορά στην καταγωγή του, ιστορικές μαρτυρίες τον φέρουν να κατάγεται από την ελληνική Ιωνία,
και συγκεκριμένα από τις Σάρδεις της Λυδίας, ενώ αργότερα μετέβη στη Σπάρτη. Για την έλευση του εκεί υπάρχουν δυο εκδοχές, σύμφωνα με τις οποίες διατάχτηκε να μετέβη μέσω κάποιου χρησμού ή αιχμαλωτίστηκε από τους Κιμμερίους και πουλήθηκε εκεί ως δούλος. Όμως, οι Σπαρτιάτες γοητευμένοι από τη μουσική του, τον απελευθέρωσαν και τον επονόμασαν «Λάκωνα», παραχωρώντας του, συγχρόνως, τα δικαιώματα του πολίτη.
Επίσης, κατά το λεξικό της Σούδας φέρεται να ήταν Λακεδαιμόνιος, με τόπο γέννησης του την Μεσσόα, ενώ στη Σπάρτη παρέμεινε μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ακόμη, ο Παυσανίας πιστοποιούσε ότι σε μια περιοχή κοντά στη Σπάρτη, στο Σέβρικον, υπήρχε μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ. ένα μνημείο προς τιμή του Αλκμάνα, δίπλα στα ιερά τον Ιπποκοντιάδων και του Ηρακλή. Επίσης, ο ίδιος ο ποιητής σε κάποιο ποίημα του μνημονεύει ονομαστικά τον «Λεωτυχίδα» βασιλιά της Σπάρτης.
Το έργο του έχει ταξινομηθεί, από τους Αλεξανδρινούς γραμματείς, σε έξι βιβλία. Το περιεχόμενο τους απαρτιζόταν από ύμνους, παιάνες, υπορχήματα, υμεναίους, σκόλια και παρθένια, δηλαδή τραγούδια που έψαλαν νεαρές παρθένες για λατρευτικούς σκοπούς. Επίσης, ο ποιητικός του λόγος συνταίριαζε τη δωρική της εποχής του, αναμεμειγμένη με στοιχεία της ιωνικής, αλλά και της αιολικής διαλέκτου, την οποία ο Παυσανίας αποκαλούσε «καθόλου εύηχον». Διαμέσου των αιολικών στοιχείων έδινε στα έργα του απαλότητα και χάρη, κατορθώνοντας να κάνει μελωδική, την τραχιά δωρική διάλεκτο που επικρατούσε στην περιοχή του. Επιπροσθέτως, τα μέτρα που χρησιμοποιούσε στην ποίηση του ήταν πρωτοποριακά και καινοτόμα. Ειδικότερα, μεταχειρίστηκε πολύ το δακτυλικό τετράμετρο, με το οποίο, λόγω της λαϊκής του προέλευσης, προσέδιδε στους στίχους του ελαφρότητα και χάρη. Η στροφή στην ποίηση του απαρτιζόταν από τρεις ή τέσσερις στίχους και ως όργανα συνοδείας χρησιμοποιούσε συνήθως τον αυλό και την κιθάρα.
Σύμφωνα με τους μεταγενέστερους γραμματολόγους, ο Αλκμάνας είναι ο ποιητής που εισήγαγε την ερωτική ποίηση, γράφοντας πολλά ερωτικά τραγούδια, αλλά και τραγούδια που αφορούσαν τον γάμο. Ωστόσο, από το έργο του μεγάλου ποιητή έχουν διασωθεί μόνο λίγα αποσπάσματα, η πλειοψηφία των οποίων είναι γραμμένα σε αιγυπτιακούς παπύρους, και τα οποία διαπραγματεύονταν, κατά κύριο λόγο, τον έρωτα και τις χαρές της ζωής, περιγράφοντας συνάμα με απλότητα τις ομορφιές της φύσης. Οι ύμνοι του άρχιζαν από τους θεούς και εν συνεχεία εγκωμίαζαν τους ανθρώπου, για την ομορφιά και την ηθική τους, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται ως εκείνος ο ποιητής, που κατέβασε την θρησκευτική, λυρική ποίηση από τον Όλυμπο, στους ανθρώπους.

Μια σύγχρονη Θεογονική Κοσμογονία.
Το 1855, ο Γάλλος αιγυπτιολόγος Mariette ανακάλυψε σε τάφο, κοντά στην 2η μεγάλη πυραμίδα της Γκίζας, έναν πάπυρο με εκατό στίχους, που άνηκαν σε έργο του ποιητή Αλκμάνα, και συγκεκριμένα στο παρθένιο του «Εις Άρτεμιν Ορθίαν», το οποίο και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1863, από τον καθηγητή Egger. Αρχικά, το παρθένιο αποτελούσαν δέκα ή δώδεκα στροφές, εκ των οποίων διεσώθησαν μόνο οι επτά. Στην αρχή ο χορός από δέκα παρθένες, με κορυφαία την Αγησιχόρα, έψελνε άσμα, το οποίο εξιστορούσε τα ηρωικά κατορθώματα του Ηρακλή κατά των Ιπποκοντιάδων. Ακόμη, ο ποιητής στο κύριο μέρος του ποιήματος του επαινούσε και προέβαλλε το κάλλος των νεανίδων Αγησιχόρας και Αγιδούς, οι οποίες μετείχαν στον χορό.


Η μεγάλη έκπληξη, όμως, ήρθε το 1957, έπειτα από την δημοσιοποίηση του παπύρου 2390 της Οξυρύγχου, ο οποίος χρονολογείται από τον 2ο αιώνα μ.Χ.. Στον πάπυρο αυτό διασώζονται τμήματα από ένα πεζό λόγο του Αλκμάνα, στα οποία αποκαλύπτεται ότι σε ένα από τα ποιήματα του ασχολείται με ένα είδος Θεογονικής Κοσμογονίας.
Ειδικότερα, η πεποίθηση του ήταν ότι αρχικά η ύλη ήταν ταραγμένη και αδιαμόρφωτη, ενώ δεν είχαν δημιουργηθεί ακόμη ούτε ο Ήλιος, ούτε η Σελήνη και κατ’ επέκταση ούτε το αστρικό Σύμπαν. Δηλαδή, το αντιληπτό από τις αισθήσεις μας αστρικό Σύμπαν δημιουργήθηκε μέσω ενός μη παρατηρήσιμου, αποίητου και αδιαμόρφωτου υλικού, το οποίο προϋπήρχε. Τότε, στα πλαίσια του χώρου, που ήταν γεμάτος από εκείνο το αόρατο υλικό, γεννήθηκε κάποιος που τακτοποιούσε τα πάντα σαν τεχνίτης, η Θέτις. Έπειτα, στον χώρο της μη ύλης δημιουργήθηκε ένας πόρος, μια στενή διάβαση, που έπαιξε το ρόλο της αρχής, αποτελώντας το μέσο για να βγει η ταραγμένη, αδιαμόρφωτη και μη παρατηρούμενη ύλη από τον χώρο της αρχικής αισθητής ανυπαρξίας, στον αισθητό χώρο του παρατηρήσιμου Σύμπαντος. Στη συνέχεια, ακολούθησε η δημιουργία ενός ορίου, το «τέκμωρ», το οποίο ήταν ένα κατευθυντήριο σημάδι μέσα στον πόρο ή μέσα στα αστέρια. Έτσι, όταν η αποίητη και αδιαμόρφωτη ύλη διάβαινε το «τέκμωρ», καθίστατο αυτομάτως διαμορφωμένη και αισθητή, εφόσον μπορούσε να δημιουργεί αισθητά αντικείμενα, όπως τον Ήλιο και την Σελήνη. Παράλληλα, ο ποιητής θεωρούσε ότι ο πόρος και το «τέκμωρ» συνυπήρχαν με το σκότος, ως ενιαία σύνολα διακριτών γεγονότων, ένα σύστημα το οποίο βρισκόταν εκτός του αισθητού Σύμπαντος. Ακολούθως, μετά το όριο - τέκμωρ δημιουργήθηκαν η ημέρα, δηλαδή το φωτεινό μέρος του ημερονυκτίου και ο Ήλιος, η Σελήνη και το σκότος, δηλαδή η νύχτα, το μη φωτεινό μέρος του ημερονυκτίου. Στο σημείο αυτό ο Αλκμάνας υποστήριζε ότι το φως της ημέρας δεν ήταν πυκνό, αλλά υποβοηθούνταν από την ακτινοβολία του Ήλιου.
Έτσι, ο ποιητής Αλκμάνας κατάφερε να δώσει ένα κοσμογονικό μοντέλο που περιγράφει απόψεις παλαιότερες του 7ου αιώνα π.Χ., στο οποίο εντοπίζονται αξιοσημείωτες ταυτίσεις με σύγχρονες κοσμολογικές υποθέσεις. Σύγχρονες θεωρίες για την κβαντική κοσμολογία, αλλά και περιγραφές για τις διαδικασίες δημιουργίας του Σύμπαντος περιέρχονταν ήδη σε ποιήματα που έγραψε ο ποιητής, άποψη η οποία πιστοποιείται διαμέσου μελετών σύγχρονων αστροφυσικών, αλλά και από σχετικές ανακοινώσεις, σε παγκόσμιο επίπεδο, που συνδέουν την κοσμολογία του Αλκμάνος με σύγχρονες κοσμολογικές αντιλήψεις. Εν κατακλείδι, βάσει επιστημονικών συμπερασμάτων, η θεογονική του αντίληψη, που διατυπώνεται στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., περιγράφει απόψεις πολύ αρχαιότερες, οι οποίες συμπίπτουν με σύγχρονες κοσμολογικές υποθέσεις περί του αισθητού αστρικού Σύμπαντος.

* Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε ένα like και κοινοποιήστε το στους φίλους σας!

antepithesi.gr
Πηγή

 
Simple Mind © 2011 SpicyTricks & ThemePacific.