Ad

Από το Blogger.
 
Τα άρθρα που υπάρχουν στο Simple Mind είναι επι το πλείστων ξένα και αλιευμένα απο άλλες σελίδες στο διαδίκτυο. Μπορείτε να βρείτε την πηγή στην κάτω μεριά του εκάστοτε κειμένου.

Για οποιαδήποτε παρατήρηση, συμβουλή ή ακόμα αν θέλετε να δημοσιεύσουμε κάποιο άρθρο σας μπορείτε να μας στείλετε mail στο masterlista11@gmail.com

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Αφιέρωμα στην κλινική υπνωση

Γράφει ο Dr Δημήτρης Κίμογλου – Υπνοθεραπευτής – Ψυχοθεραπευτής

Η υπνοθεραπεία είναι μία μορφή θεραπείας που λαμβάνει χώρα ενώ το υποκείμενο βρίσκεται σε ύπνωση. Ο όρος ύπνωση προήλθε απο την σύντμηση του όρου «νευρο-υπνωτισμός» που εισήγαγε ο Σκωτσέζος χειρουργός Τζέιμς Μπρέιντ (James Braid) (1843), ο οποίος σήμαινε «τον ύπνο του νευρικού συστήματος».

Ένα πρόσωπο που βρίσκεται σε ύπνωση επιδεικνύει ορισμένα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά και ροπές, έναντι ενός μη-υπνωτισμένου, ειδικότερα υπερβολική δεκτικότητα στις υποβολές, την οποία μερικές αρχές έχουν θεωρήσει ως sine quα non κατά της ύπνωσης. Παραδείγματος χάριν, ο Κλαρκ Χαλ (Clark Hull), πιθανώς ο πρώτος σημαντικός εμπειρικός ερευνητής σ’ αυτόν τον τομέα, έγραψε: εάν ένα υποκείμενο μετά την επαγωγή του στην υπνωτική διαδικασία δεν παρουσιάζει γνήσια στοιχεία ευαισθησίας σε οποιεσδήποτε υποβολές τότε φαίνεται ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον αποκαλούν υπνωτισμένο…

Η υπνοθεραπεία εφαρμόζεται συχνά προκειμένου να τροποποιηθεί η συμπεριφορά ενός υποκειμένου, το συναισθηματικό περιεχόμενο, τις στάσεις ζωής, καθώς επίσης και ένα ευρύ φάσμα συνθηκών που συμπεριλαμβάνουν δυσλειτουργικές συνήθειες, ανησυχία, ασθένειες που σχετίζονται με το στρες, την διαχείριση του πόνου και την προσωπική ανάπτυξη.

Υπνωτισμός και Μεσμερισμός

Η ταύτιση του υπνωτισμού με τον μεσμερισμό, τον ιστορικό του πρόδρομο, είναι συχνά, εσφαλμένη. Σύμφωνα με τον Χανς Έιζενκ (Hans Eysenck), οι όροι «ύπνωση» και «μεσμερισμός» έχουν γίνει αρκετά συνώνυμοι, και οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται τον Μεσμέρ ως πατέρα της ύπνωσης, ή τουλάχιστον ως αυτόν που την ανακάλυψε και πρώτο συνειδητό υποστηρικτή της. Παραδόξως, η αλήθεια μάλλον είναι ότι ενώ τα υπνωτικά φαινόμενα ήταν γνωστά για πολλές χιλιάδες χρόνια, ο Μεσμέρ στην πραγματικότητα δεν υπνώτιζε τους ασθενείς του καθόλου. Αποτελεί μυστήριο γιατί η δημοφιλής πεποίθηση τον έχει πιστώσει τόσο πεισματικά με μια ανακάλυψη που στην πραγματικότητα έγινε από άλλους.(Eysenck, Sense & Nonsense in Psychology, 1957: 30-31).

Ο Φραντς Άντον Μεσμέρ (Franz Anton Mesmer) ισχυριζόταν πως η μέθεξη και η θεραπεία ήταν το αποτέλεσμα της διοχέτευσης μιας μυστήριας «απόκρυφης» δύναμης που την αποκαλούσε «ζωϊκό μαγνητισμό». Προς τα τέλη του 18ου αιώνα, η αρχή του «ζωικού μαγνητισμού» έγινε η αφετηρία μίας μεγάλης και δημοφιλούς σχολής, αυτής των Μαγνητιστών.

Εντούτοις, το 1843, ο σκωτσέζος χειρουργός James Braid πρότεινε τη θεωρία του υπνωτισμού ως ριζικά διαφέρουσα από τον Μεσμερισμό των μαγνητιστών. Ο Braid υποστήριξε ότι οι απόκρυφες ιδιότητες του υπνωτισμού ήταν ψευδαισθητικές και ότι τα αποτελέσματά του οφείλονταν στη «νευρική κούραση» και τις λεκτικές υποβολές. Ένας φιλοσοφικός πόλεμος ξέσπασε μεταξύ του Braid και των Μαγνητιστών.

«Θέλω εδώ να παρατηρήσω ως προς τη φύση, τα αίτια, και την έκταση των φαινομένων του νευρικού ύπνου (δηλ., υπνωτισμού) πως δεν έχουν καμία σχέση με τις υπερβατικές ιδιότητες που του αποδίδουν οι εραστές του θαυμάσιου, αυτοί οι εύπιστοι και ενθουσιώδεις μεσμεριστές, ακόμα ελπίζω πως οι απόψεις μου δεν θα είναι λιγότερο αποδεκτές από τίμια και σοβαρά άτομα, επειδή όλα αυτά τα φαινόμενα μπορούν να γίνουν κάλλιστα κατανοητά και συμβατά με γνωστές φυσιολογικές και ψυχολογικές αρχές». (James Braid, Υπνωτική Θεραπευτική, 1853: 36)

Εντούτοις, υπάρχει συμφωνία ότι η προέλευση της σύγχρονης ύπνωσης συσχετίζεται άμεσα με τις μεθόδους που υιοθετούνται στον υπνωτισμό. Ενώ ο Braid στην προσπάθεια του να εξηγήσει την ύπνωση διαφοροποιούσε τη θέση του ως προς τα χαρακτηριστικά της, τονίζοντας πως δεν προέρχονται από υπερφυσικές δυνάμεις, από την άλλη αναγνώριζε πως οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν οι μαγνητιστές υπήρξαν πρόδρομοι της ύπνωσης.

«Ο υπνωτισμός επομένως, όχι άστοχα θα μπορούσε να οριστεί ως «Ορθολογικός Υπνωτισμός», σε αντίθεση και διαφοροποίηση απο τον «Υπερβατικό Μαγνητισμό» των Μεσμεριστών. [2]

Στην αρχική έκθεση της επιτροπής σχετικά με η υπνοθεραπεία, η Βρετανική Ιατρική Ένωση (BMA), επιπλέον, έθεσε θέμα καταδίκης των απόκρυφων θεωριών του Μεσμερισμού και έθεσε αισθητά και διακριτά όρια από τον υπνωτισμό. Η Επιτροπή, ολοκληρώνοντας την έρευνα για τον υπνωτισμό στον διαθέσιμο χρονικό διάστημα, ανέφερε ότι οι ερευνητές ήταν ικανοποιημένοι και πεπεισμένοι για την γνησιότητα της υπνωτικής κατάστασης. Κανένα φαινόμενο από αυτά που παρατήρησαν, εντούτοις, δεν προσέφερε υποστήριξη στη θεωρία του ζωικού μαγνητισμού. («Έκθεση σχετικά με τον Υπνωτισμό», Βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση, 1892).

Εκτιμώντας ότι ο Μαγνητισμός είναι μια μεταφυσική θεωρία, ο υπνωτισμός προσπάθησε να εξηγήσει τα ίδια φαινόμενα με εργαλεία της ψυχολογίας και της φυσιολογίας. Όπως το έθεσε ο Braid ο Υπνωτισμός είναι ένας επιστημονικός και ψυχο-φυσιολογικός κλάδος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μερικοί σκηνικοί υπνωτιστές χρησιμοποιούν τις λέξεις «μαγικό» και «έλεγχο» σε μία προσπάθεια να μυστικοποίησουν την ύπνωση. Επιπλέον, χρησιμοποιώντας τα διάφορα τεστ της υπνωτικής δεκτικότητας σε υποβολές, αυτοί οι «βιρτουόζοι της ύπνωσης» παρέχουν στο ακροατήριο ατέλειωτες ώρες ψυχαγωγίας όμως κάποιες φορές σε βάρος των παρισταμένων. Εκπαιδευμένοι υπνοθεραπευτές, ή μάλλον θεραπευτές που χρησιμοποιούν την ύπνωση ως προσθήκη στο δικό τους πρόγραμμα θεραπείας, δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι πελάτες τους μπορούν να έχουν πρόσβαση στους πόρους του εσωτερικού τους κόσμου με ένα δικό τους μοναδικό τρόπο. Οι θεραπευτές, αντίθετα από τους σκηνικούς υπνωτιστές, οι οποίοι καλλιεργούν την ψευδαίσθηση πως τα άτομα είναι υποχείρια τους και δεν έχουν κανέναν έλεγχο, παρέχουν τον έλεγχο στα ίδια τα άτομα. [3]

Oρισμός του Υπνοθεραπευτή

Υπνοθεραπευτής ονομάζεται το πρόσωπο που χρησιμοποιεί την ύπνωση ως το κύριο εργαλείο για να βοηθήσει τους πελάτες του να επιτύχουν τους στόχους τους. Οι υπνοθεραπευτές διαφέρουν συχνά από άλλους θεραπευτές επειδή εστιάζουν στο ρόλο των υποσυνείδητων συμπεριφορών και στον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν την ζωή των πελατών τους. Καθορισμός Hypnotherapist – 079.157-010 το 1973, ο Δρ. John Kappas, ιδρυτής του Ινστιτούτου Hypnosis Motivation Institute, έγραψε και καθόρισε το επάγγελμα ενός Hypnotherapist στο Ομοσπονδιακό Λεξικό Επαγγελματικών Τίτλων…

« Υπνοθεραπευτής είναι αυτός που προκαλεί ένα επίπεδο ύπνωσης στους πελάτες του για να αυξήσει τα κίνητρα του ή να αλλάξει τα πρότυπα συμπεριφοράς: Συσκέπτεται με τον πελάτη για να καθορίσει τη φύση του προβλήματος. Προετοιμάζει τον πελάτη για να μπεί στο υπνωτικό στάδιο με το να εξηγεί πώς λειτουργεί η ύπνωση και τί θα βιώσει ο πελάτης. Υποβάλλει τους πελάτες του σε μια σειρά δοκιμών για να καθορίσει το βαθμό φυσικής και συναισθηματικής δεκτικότητας στις υποβολές. Προκαλεί το υπνωτικό στάδιο στον πελάτη του, χρησιμοποιώντας τις εξατομικευμένες μεθόδους και τεχνικές ύπνωσης βασισμένες στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων των δοκιμών και την ανάλυση του προβλήματος του πελάτη. Μπορεί επίσης να εκπαιδεύει τους πελάτες του σε τεχνικές αυτοΰπνωσης.

Μορφές Υπνοθεραπείας

Η υπνοθεραπεία έχει πολλές διαφορετικές μορφές, και έχει ενσωματώσει πολλά στοιχεία από άλλες μορφές θεραπείας ,ενώ με την σειρά της έχει επηρεάσει και άλλες ψυχοθεραπευτικές παραδόσεις σε όλη την ιστορία της.

Παραδοσιακή υπνοθεραπεία

Η μορφή υπνοθεραπείας που ασκείται από τα περισσότερους βικτοριανούς υπνωτιστές, συμπεριλαμβανομένων των Braid , Bernheim, Leibault, Charcot, κυρίως υιοθετoύσε την άμεση υποβολή με σκοπό την αφαίρεση του συμπτώματος, ενίοτε, με την χρήση της θεραπευτικής χαλάρωσης και περιστασιακά την δημιουργία αποστροφής στο οινόπνευμα, τα ναρκωτικά, κ.λπ. Αυτή η απλή μορφή θεραπείας χρησιμοποιoύσε σχετικά άμεσες μεθόδους και λίγα θεωρητικά κατασκευάσματα, αλλά σαφώς συνεχίζει να επηρεάζει και τις μεταγενέστερες μορφές της υπνοθεραπείας.

Υπνοανάλυση

Το 1895 ο Σίγκμουντ Φρόιντ και ο Γιόζεφ Μπρόιερ (Joseph Breuer) δημοσίευσαν μία πρωτότυπη κλινική εργασία με τον τίτλο Μελέτες στην Υστερία (1895) που προώθησε μια νέα προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία. Οι Φρόιντ και Μπρόιερ χρησιμοποίησαν την ύπνωση για να παλινδρομήσουν πελάτες τους σε μια πιο νεαρή ηλικία προκειμένου αυτοί να τους βοηθήσουν να θυμηθούν και να αναβιώσουν κατεσταλμένες τραυματικές μνήμες. Αν και ο Φρόιντ εγκατέλειψε βαθμιαία την υπνοθεραπεία υπέρ της αναπτυσσόμενης μεθόδου του, της ψυχανάλυσης. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν καθόλου καλός υπνωτιστής και γι΄αυτό εγκατέλειψε μία τόσο αποτελεσματική μέθοδο. Παρ΄όλα αυτά, η πρώιμη αυτή εργασία του συνέχισε να επηρεάζει μεταγενέστερους υπνοθεραπευτές. Εντούτοις, όπως Freud παραδέχθηκε αργότερα, ο Γάλλος αντίπαλος του Πιέρ Ζανέ (Pierre Janet) είχε ήδη δημοσιεύσει μια περιπτωσιολογική μελέτη περιγράφοντας τη χρήση της ηλικιακής αναδρομής μέσω της ύπνωσης, μερικά έτη νωρίτερα.

Η μεταγενέστερη «αναδρομική υπνοθεραπεία» ήταν μερικές φορές γνωστή ως «υπνοανάλυση», «αναλυτική υπνοθεραπεία», ή «ψυχοδυναμική υπνοθεραπεία». Πολλοί επαγγελματίες εργάζονταν με τέτιο τρόπο ελάχιστα θύμιζε την αρχική προσέγγιση του Φρόιντ, αν και άλλοι εξακολουθούσαν να επηρεάζονται από τις πιό πρόσφατες ψυχαναλυτικές θεωρίες και πρακτικές. Η υπνοανάλυση βρήκε άμεση υποστήριξη κατά την διάρκεια των δύο παγκόσμιων πολέμων όπου χρησιμοποιήθηκε από τους στρατιωτικούς ψυχιάτρους ως γρήγορη και αποτελεσματική λύση σε σχέση με την χρονοβόρα ψυχανάλυση στην θεραπεία του «Σόκ των Χαρακωμάτων» όπως λεγόταν τότε ο νευρικός κλονισμός, γνωστός σήμερα ως Μετα Τραυματικό Στρές (PTSD). Την δεκαετία του ’90, μία ιδιαίτερα ένονη διαμάχη αναπτύχθηκε σχετικά με τη χρήση της ηλικιακής αναδρομής ή παλινδρόμησης που χρησιμοποιείται για την ανάκληση κατεσταλμένων μνημών ως αποτέλεσμα διάφορων νομικών περιπτώσεων υψηλού προφίλ, όπου οι πελάτες μήνυσαν τους θεράποντές τους ισχυριζόμενοι πως ήταν θύματα του Συνδρόμου Ψευδούς Μνήμης.

Υπνοθεραπεία κατα τον Έρικσον

Ο Μίλτον Έρικσον (Milton H. Erickson), ήταν ένας από τους υπνωτιστές που άσκησε την μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο της ύπνωσης τον 20ο αιώνα. Από τη δεκαετία του ’40 και εντεύθεν, ο Έρικσον δημιούργησε μία ριζοσπαστικά διαφοροποιημένη υπνοθεραπεία την αποκαλούμενη «Ερικσονιανή, ή, Νεο- Ερικσονιανή υπνοθεραπεία.» Ο Έρικσον χρησιμοποίησε περισσότερο μια άτυπη προσέγγιση μέσω της ομιλίας με πολλούς πελάτες του και χρησιμοποίησε σύνθετα γλωσσικά σχέδια, και θεραπευτικές στρατηγικές. Εντούτοις, αυτή η ίδια η απόκλιση από την παράδοση οδήγησε μερικούς από τους συναδέλφους του, και ειδικότερα τον Αndre Weitzenhoffer, να διατυπώσει την διαφωνία για το εάν ο Έρικσον θα έπρεπε να ονομάζει την προσέγγισή του «ύπνωση». [4] Εντούτοις, το έργο του Έρικσον συνεχίζει να αποτελεί μια από τις σχολές με τη μεγαλύτερη επιρροή μέσα στη σύγχρονη υπνοθεραπεία. Οι ιδρυτές του Νευρογλωσσικού Προγραμματισμού (NLP), με μία μεθοδολογία αντίστοιχη μ’ αυτήν του υπνωτισμού, υποστηρίζουν ότι είχαν διαμορφώσει την εργασία του Έρικσον εκτενώς και την αφομοίωσαν σε μία δική τους προσέγγισή που την αποκάλεσαν πρότυπο Μίλτον. [5] [6] Weitzenhoffer αμφισβήτησε το γεγονός του αν ο NLP έχει οποιαδήποτε γνήσια ομοιότητα με την εργασία του Έρικσον. [4]

Γνωσιακή /συμπεριφορική υπνοθεραπεία

Από τη δεκαετία του ’80 και μετά ένας αυξανόμενος αριθμός κλινικών εγχειριδίων που γράφτηκαν από σύγχρονους ερευνητές όπως οι Steven Jay Lynn, Irving Kirsch, Ε. Thomas Dowd, William Golden, Assen Alladin, και άλλοι, άρχισαν να εμφανίζονται. Αυτοί συνδύασαν την υπνοθεραπεία με τα στοιχεία γνωσιακής και συμπεριφορικής θεραπείας. Το 1974, ο Theodore Barber και οι συνάδελφοί του δημοσίευσαν μία εργασία πάνω στη σχετική έρευνα που είχε μεγάλη επιρροή και υποστήριζε, μετά από την προηγούμενη κοινωνική ψυχολογία Theodore Ρ. Sarbin, πως ο υπνωτισμός γίνονταν κατανοητός καλύτερα όχι ως «ειδική κατάσταση» αλλά ως αποτέλεσμα κανονικών ψυχολογικών μεταβλητών, όπως η ενεργός φαντασία, η προσδοκία, και τα κίνητρα. [7] Ο Barber εισήγαγε τον όρο «γνωστική-συμπεριφορική» για να περιγράψει τη θεωρία ότι ο υπνωτισμός δεν αποτελεί μια ιδιαίτερη κατάσταση του νού και συζητούσε τις εφαρμογές του του στη συμπεριφορική θεραπεία. Η αυξανόμενη εφαρμογή των γνωστικών και συμπεριφορικών ψυχολογικών θεωριών και εννοιών στην ερμηνεία της ύπνωσης προετοίμασε το έδαφος για μια περαιτέρω αφομοίωση. Πολλές γνωστικές και συμπεριφορικές θεραπείες είχαν επηρεαστεί αρχικά από παλαιότερες υπνοθεραπευτικές τεχνικές. [8], όπως π.χ., η συστηματική απευαισθητοποίηση του Joseph Wolpe, ή, η βασική τεχνική της πρώιμης θεραπείας συμπεριφοράς. Αποκαλέστηκε αρχικά «υπνωτική απευαισθητοποίηση» [9] και αναδείχτηκε από τον ιατρικό υπνωτισμό (1948)του Lewis Wolberg. Το παραδοσιακό ύφος της υπνοθεραπείας φαίνεται ως πρόδρομος της γνωστικής-συμπεριφοριστικής θεραπείας στο μέτρο που και οι δύο δίνουν έμφαση επάνω θεωρητικές εξηγήσεις της «κοινής λογικής» και τη χρήση της χαλάρωσης, και την εφαρμογή των θετικών ιδεών δημιουργικού οραματισμού στη θεραπεία. Η σύγχρονη γνωστική θεραπεία διαφέρει πρώτιστα από την προηγούμενη υπνοθεραπευτική προσέγγιση, με το να δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση επάνω στην άμεση σωκρατική διαλογική απομυθοποίηση των αρνητικών πεποιθήσεων. Παρόλα αυτά, οι γνωστικοί-συμπεριφοριστικοί υπνοθεραπευτές, έχουν ενσωματώσει την ύπνωση στην πρακτική τους.

Χρήσεις της Ύπνωσης

Ύπνωση τοκετού

Η υπνοθεραπεία κατά την διάρκεια του τοκετού εφαρμόζεται εδώ και πολλές δεκαετίες για να μειώσει την ανησυχία, την ταλαιπωρία και τον πόνο. [10]

Ύπνωση στο χειρουργείο

Η υπνοχειρουργία στα μέσα του 19ου αιώνα, χρησιμοποιήθηκε και απο τους Μεσμεριστές και απο τους υπνωτιστές για να ανακουφίσει τον πόνο και την δυσφορία κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης. Ειδικότερα, οι James Esdaile στην Ινδία και John Elliotson στην Αγγλία έγιναν διάσημοι για την εργασία τους στην χειρουργική με μόνο αναισθητικό, τον υπνωτισμό. Ο ιδρυτής της υπνοθεραπείας, James Braid ήταν ένας χειρουργός ο ίδιος, που ειδικεύονταν στις παθήσεις των μυών, και ανέφερε πολλές περιπτώσεις κατα τις οποίες στην χειρουργική επέμβαση χρησιμοποιήσε τον υπνωτισμό ως κύριο αναισθητικό.

Ψυχοθεραπεία

Ο υπνωτισμός χρησιμοποιήθηκε αρχικά απο τους ιατρούς για να μεταχειριστεί την ασθένεια που ήταν γνωστή στη βικτοριανή εποχή ως υστερία. Η σύγχρονη υπνοθεραπεία χρησιμοποιείται ευρέως στον κατευνασμό της ανησυχίας, την υποκλινική κατάθλιψη, και ορισμένες εθιστικές διαταραχές, καθώς επίσης και στην θεραπεία καταστάσεων όπως η αϋπνία. [11]

Έρευνα και Θεωρήσεις Συστημάτων

Το 1892, η βρετανική ιατρική ένωση (BMA) ανέθεσε σε μια ομάδα γιατρών να κάνουν μία συστηματική μελέτη πάνω στη φύση και στις επενέργειες της Ύπνωσης. Αυτοί ανέφεραν :

Η επιτροπή, που ολοκληρώσε την έρευνα για τον υπνωτισμό στον επιτρεπόμενο χρόνο, πρέπει να επισημάνει ότι οι μετέχοντες έχουν ικανοποιήθει περί τηςης γνησιότητας της υπνωτικού κατάστασης. (British Medical Journal, 1892)

Προσθέτουν δε, πως η Επιτροπή είναι της άποψης πως ο υπνωτισμός ως θεραπευτικός αγωγός είναι συχνά αποτελεσματικός στην ανακούφιση του πόνου, στην πρόκληση ύπνου, και στην ανακούφιση πολλών λειτουργικών διαταραχών [δηλ., ψυχοσωματικές δυσλειτουργίες και διαταραχές ανησυχίας].

Αυτή η έκθεση εγκρίθηκε από το γενικό συμβούλιο του BMA (Βρεττανικού Ιατρικού Συλλόγου, με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνοντας την μετέπειτα πολιτική του BMA και δίνοντας στην υπνοθεραπεία μία μορφή «ορθόδοξης» θεραπείας, σε αντιδιαστολή με τις συμπληρωματικές ή εναλλακτικές, ιατρικές πρακτικές. Μεταγενέστερες έρευνες στην υπνοθεραπεία τείνουν να δώσουν έμφαση σε τρεις κυρίως περιοχές στις οποίες η αποτελεσματικότητά της ως θεραπεία καταδεικνύεται:

1. Αγχος

2. Αϋπνία

3. Διαχείριση πόνου.

4. Ψυχοσωματικές διαταραχές.

Η υπνοθεραπεία έχει πολλές άλλες εφαρμογές αλλά η έρευνα όσον αφορά την αποτελεσματικότητά της τείνει να στρέφεται προς τις ανωτέρω κατηγορίες. Περισσότερα αμφιλεγόμενα αποτελέσματα έχουν αποκτηθεί για την αποτελεσματικότητά της σε σχέση με τους εθισμούς, μια περιοχή όπου η υψηλή υποτροπή είναι κοινή με τις περισσότερες άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις.

Η δεκαετία του ’50

Το 1955, η ψυχολογική ομάδα ιατρικής του BMA ανάθεσε σε μια υποεπιτροπή, που ηγήθηκε από τον καθ. Τ. Ferguson Rodger, για να παραδώσει μία δεύτερη και πιο ενδελεχή, έκθεση σχετικά με την ύπνωση. Η υποεπιτροπή συμβουλεύθηκε διάφορους εμπειρογνώμονες για την ύπνωση από διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένου και του διαπρεπούς καθηγητή Νευρολογίας. W. Russell Brain, και τον ψυχαναλυτή Wilfred Bion. Μετά από δύο έτη μελέτης και έρευνας, η τελική έκθεσή της δημοσιεύθηκε στο Βρετανικό Ιατρική Επιθεώρηση (BMJ), με τον τίτλο «Ιατρική Χρήση της Ύπνωσης». Ο καθορισμός του πεδίου αναφοράς ήταν: Να εξετάσει τις χρήσεις του υπνωτισμού, τη σχέση του με την ιατρική πρακτική στην τρέχουσα εποχή, την ενθάρρυνση της έρευνας για τη φύση και τις εφαρμογές του, και οι γραμμές επάνω στις οποίες ένα τέτοιο ερευνητικό έργο θα κινηθεί. (Βρετανική Ιατρικό Επιθεώρηση,1955)

Αυτό είναι μια πιο λεπτομερής και εκτενής έκθεση, και αποτελεί ένα από τα πιό σημαντικά έγγραφα στην ιστορία της έρευνας υπνοθεραπειών. Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της, η επιτροπή καταλήγει πως ύστερα από μια συστηματική αναθεώρηση της διαθέσιμης έρευνας ότι,

Η υποεπιτροπή είναι ικανοποιημένη κατόπιν της εκτίμησης των διαθέσιμων στοιχείων ότι ο υπνωτισμός είναι σημαντικός και μπορεί να είναι η κατεξοχήν θεραπεία σε μερικές περιπτώσεις των αποκαλούμενων ψυχοσωματικών διαταραχών και της ψυχογενούς νεύρωσης. Μπορεί επίσης να είναι σημαντική στην αποκάλυψη παραγνωρισμένων κινήτρων και συγκρούσεων στις συγκεκριμένες συνθήκες. Ως θεραπευτική μέθοδος, κατά την άποψη της υποεπιτροπής η ύπνωση έχει αποδείξει τη δυνατότητά της να αφαιρεί συμπτώματα και να αλλάζει νοσηρές συνήθειες της σκέψης και της συμπεριφοράς [...] εκτός από την επεξεργασία των ψυχιατρικών διαταραχών , υπάρχει η δυνατότητα για την ύπνωση να προκαλεί αναισθησία ή αναλγησία για χειρουργικές και οδοντικές επεμβάσεις, και σε κατάλληλα υποκείμενα είναι μια αποτελεσματική μέθοδος για να απαλύνει τον πόνο στον τοκετό χωρίς να αλλοιώνει την επιτυχή έκβαση της γέννας. («Ιατρική Χρήση της Ύπνωσης», Βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση, Απρίλιος, 1955) Επίσης περαιτέρω ειπώθηκε ότι, για τα προηγούμενα εκατό έτη έχει υπάρξει μια αφθονία στοιχείων που δείχνουν ότι θα μπορούσαν να παραχθούν από τον υπνωτισμό αλλαγές στην φυσιολογία και στην ψυχολογία που χρήζουν μελέτης για την σωστή αποτίμηση τους. Επίσης μια τεχνική που μπορεί να επιφέρει τόσο έντονες αλλαγές μπορεί να προσφέρει μεγάλη υπηρεσία στη θεραπεία των ασθενών. (Βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση)

Σύντομα, το 1958, η Αμερικανική Ιατρική Ένωση (AMA) ανάθεσε μία αντίστοιχη μελέτη που επικυρώνει την έκθεση BMA του 1955 ολοκληρώνοντας:

Η χρήση της ύπνωσης έχει μια αναγνωρισμένη θέση στο ιατρικό οπλοστάσιο και είναι μια χρήσιμη τεχνική επεξεργασίας ορισμένων ασθενειών όταν υιοθετείται από καταρτισμένο ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό. (“Medical use of hypnosis”, JAMA, 1958)

Πάλι, το συμβούλιο του AMA ενέκρινε αυτήν την έκθεση που δίνει στην υπνοθεραπεία μια θέση ανάμεσα στις ορθόδοξες θεραπείες,

Η Επιτροπή Αναφοράς Υγιεινής, Δημόσια Υγείας, και Βιομηχανικής Υγιεινής ενέκρινε την έκθεση και επαίνεσε το Συμβούλιο Διανοητικής Υγείας για την εργασία του. (AMA πρακτικά, JAMA, September 1958: 57)

Η δεκαετία του ’90

Το 1995, το Εθνικό ίδρυμα Υγείας (NIH), των ΗΠΑ, καθιέρωσε μια διάσκεψη αξιολόγησης της τεχνολογίας που σύνταξε μια επίσημη δήλωση με τίτλο «ένταξη των συμπεριφοριστικών και των προσεγγίσεων χαλάρωσης στην αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου και της αϋπνίας”. Αυτή είναι μια εκτενής έκθεση που περιλαμβάνει μια εκτεταμένη έκθεση στην υπάρχουσα έρευνα σε σχέση με την υπνοθεραπεία για το χρόνιο πόνο. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: Τα στοιχεία που υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα της ύπνωσης στην καταπολέμηση του χρόνιου πόνου που συνδέεται με τον καρκίνο φαίνεται να είναι ισχυρά. Επιπλέον, η επιτροπή εξέτασε άλλα στοιχεία που προτείνουν την αποτελεσματικότητα της ύπνωσης σε άλλες παθήσεις που έχουμε χρόνιο πόνο, οι οποίες περιλαμβάνουν το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, πόνο και διόγκωση του βλεννογόνου, πόνο των γνάθων και πονοκεφάλους που οφείλονται σε ψυχογενή ένταση.

Το 1999, η βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση (BMJ) δημοσίευσε μια κλινική αναθεώρηση της τρέχουσας ιατρικής έρευνας για την υπνοθεραπεία και τις τεχνικές χαλάρωσης, [12] όπου ολοκληρώνει λέγοντας:

«Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις από τις τυχαίες δοκιμές της αποτελεσματικότητας της ύπνωσης και της χαλάρωσης σε σχέση με τον κατευνασμό της ανησυχίας για τον καρκίνο, καθώς και για τις παρενέργειες της χημειοθεραπείας πόνος, ναυτία, και εμετός, ιδιαίτερα στα παιδιά. «Είναι επίσης αποτελεσματικές για τις κρίσεις πανικού και την αϋπνία, ιδιαίτερα όταν ενσωματώνεται σε ένα πακέτο γνωστικής θεραπείας. «Μια συστηματική έρευνα έχει διαπιστώσει ότι η ύπνωση ενισχύει τα αποτελέσματα της συμπεριφορικής θεραπείας σε παθήσεις όπως οι φοβίες, η παχυσαρκία και το άγχος. τυχαίες ελεγχόμενες δοκιμές υποστηρίζουν τη αποτελεσματικότητα της χρήση των διάφορων τεχνικών χαλάρωσης και για τους οξείς αλλά και τους χρόνιους πόνους, Οι «τυχαίες δοκιμές έχουν παρουσιάσει την ύπνωση να είναι χρήσιμη στην αντιμετώπιση του άσθματος και στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. «Μερικοί επαγγελματίες επίσης υποστηρίζουν ότι οι τεχνικές χαλάρωσης, και ιδιαίτερα η χρήση των τεχνικών δημιουργικού οραματισμού, μπορούν να παρατείνουν τη ζωή. Όμως αυτήν την περίοδο τα στοιχεία αυτά είναι ανεπαρκή για να υποστηριχθεί αυτή η αξίωση».

Η αναφορά του 2001

Το 2001 το Γραφείο Επαγγελματικών Αρμοδιοτήτων της Βρετανικής Ψυχολογικής Ένωσης (BPS) ανάθεσε σε μια ομάδα εργασίας ψυχολόγων να δημοσιεύσουν μια έκθεση που τιτλοφορήθηκε η “Φύση της Ύπνωσης”. Η αποστολή της ήταν «να παράσχει μια δήλωση για την ύπνωση και τα σημαντικά θέματα που προκύπτουν απο την εφαρμογή της και την πρακτική της στην δικανική έρευνα, την ακαδημαϊκή έρευνα, την ψυχαγωγία και την κατάρτιση. «Η έκθεση παρέχει μία σύνοψη ( περίληψη 20 σελίδων) της τρέχουσας επιστημονικής έρευνας για την ύπνωση. Ανοίγει με την ακόλουθη εισαγωγική παρατήρηση:

«Η ύπνωση είναι ένα έγκυρο αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και έρευνας και ένα αποδεδειγμένο θεραπευτικό μέσο. Όσον αφορά τις θεραπευτικές χρήσεις της ύπνωσης, το BPS έφθασε σε ακόμη θετικότερα συμπεράσματα. «Αρκετές μελέτες έχουν συσσωρευτεί τώρα για να στηρίξουν την θέση πως ένας συνυπολογισμός της υπνωτικής διαδικασίας μπορεί να είναι ευεργετική στη διαχείριση και την επεξεργασία ενός ευρύτατου φάσματος προβλημάτων που αντιμετωπίζονται στην καθημερινή πρακτική της ιατρικής, της ψυχιατρικής και της ψυχοθεραπείας».

Η ομάδα εργασίας παρείχε έπειτα μια επισκόπηση μερικών από των σημαντικότερων ευρημάτων της σύγχρονης έρευνας για την αποτελεσματικότητα της κλινικής υπνοθεραπείας, η οποία συνοψίζεται ως εξής:

«Υπάρχουν αρκετά πειστικά στοιχεία ότι οι υπνωτικές διαδικασίες είναι αποτελεσματικές στη διαχείριση και την ανακούφιση του οξύ και χρόνιου πόνου και στην ενίσχυση της ανακούφισης του πόνου, της ταλαιπωρίας και της δυσφορίας που οφείλεται στις ιατρικές και οδοντιατρικές διαδικασίες και τον τοκετό». «Ύπνωση και η πρακτική της αυτοΰπνωσης μπορεί σημαντικά να μειώσει τη γενική ανησυχία, την ένταση και το άγχος κατά τρόπο παρόμοιο με άλλες διαδικασίες χαλάρωσης και αυτορύθμισης». «Επιπλέον, η υπνωτική αγωγή μπορεί να βοηθήσει στην αϋπνία όπως άλλες μέθοδοι χαλάρωσης». «Υπάρχουν ενθαρρυντικά στοιχεία που καταδεικνύουν τα ευεργετικά αποτελέσματα της υπνοθεραπευτικής διαδικασίας στην ανακούφιση από τα συμπτώματα μιας σειράς διαταραχών που εμπίπτουν στην κατηγορία των ψυχοσωματικών ασθενειών». «Εκεί περιλαμβάνονται οι πονοκέφαλοι, οι ημικρανίες, το άσθμα, γαστρεντερικές διαταραχές, όπως το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου, ακροχορδώνες και ενδεχομένως άλλες καταγγελίες δερματικών διαταραχών όπως το έκζεμα, η ψωρίαση και η κνίδωση». «Υπάρχουν στοιχεία από διάφορες μελέτες που προτείνουν πως συμπεριλαμβάνοντας την ύπνωση σε ένα πρόγραμμα μείωσης βάρους μπορεί κανείς σημαντικά να ενισχύσει την έκβαση της επιτυχίας».[13]

Μετα-αναλύσεις το 2003,

Ίσως η πιο πρόσφατη μετανάλυση της αποτελεσματικότητας της υπνοθεραπείας ήταν μία μελέτη που από δύο Γερμανούς ερευνητές τους Flammer and Bongartz, στην Κόνσταντς (Kostanz) της Γερμανίας. Η έρευνα, εξέτασε τα μέχρι τότε δημοσιευμένα στοιχεία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της υπνοθεραπείας αν και οι μελέτες περιελάμβαναν κυρίως έρευνες σχετικές με τις ψυχοσωματικές ασθένειες, το άγχος της εξέτασης, τη διακοπή του καπνίσματος και τον έλεγχο του πόνου κατά τη διάρκεια ορθόδοξης ιατρικής περίθαλψης. Οι περισσότερες από τις καλύτερες ερευνητικές μελέτες χρησιμοποίησαν τη παραδοσιακή ύπνωση, μόνον μια μειονότητα (19%) υιοθέτησε ύπνωση κατά Erickson . Οι συντάκτες της έκθεσης εξέτασαν συνολικά 444 μελέτες πάνω στη υπνοθεραπεία που δημoσιεύθηκαν πριν από το 2002. Επιλέγοντας της υψηλότερης ποιότητας και του καταλληλότερου σχεδιασμού μελέτες περιόρισαν το πεδίο εστίασής τους για τη μετανάλυση σε 57 ελεγχόμενες έρευνες. Αυτές οι αναλύσεις έδειξαν πως η υπνοθεραπεία κατά μέσον όρο πέτυχε την θεραπεία σε τουλάχιστον 64% των περιπτώσεων έναντι της βελτίωσης 37% μεταξύ του ομάδων ελέγχου (Βασισμένοι στους αριθμούς που παράγονται από τη δυωνυμικό επίδειξη μεγέθους επίδρασης ή BESD.) Οι συντάκτες θεώρησαν πως αυτό ήταν μια σκόπιμη υποτίμηση. Ο φανερός στόχος τους ήταν να ανακαλύψουν εάν, ακόμη και κάτω από το πιο δύσπιστο ζύγισμα των στοιχείων, η υπνοθεραπεία θα αποδείχνονταν ακόμα αποτελεσματική. Παρουσίασαν αποφασιστικά ότι όντως ήταν. Στην πραγματικότητα, η ανάλυση των θεραπευτικών αγωγών συμπέρανε ότι η επέκταση της μετανάλυσης για να περιλάβει και τις μη-τυχαίες δοκιμές για αυτήν την βάση δεδομένων θα προκαλούσε επίσης αξιόπιστα αποτελέσματα. Όταν και οι 133 μελέτες που κρίθηκαν κατάλληλες λαμβάνοντας υπόψη αυτό το πρίσμα , αναλύθηκαν ξανά, παρέχοντας τα στοιχεία για πάνω από 6.000 ασθενείς, τα συμπεράσματα προτείνουν μία μέση βελτίωση για το 27% των μη υποβληθέντων σε θεραπεία ασθενών κατά την διάρκει των ερευνών, έναντι ενός ποσοστού επιτυχίας 74% μεταξύ εκείνων που είχαν την αγωγή της υπνοθεραπείας. Αυτό είναι ένα υψηλό ποσοστό επιτυχίας δεδομένου ότι πολλές απο τις έρευνες που συμπεριελάμβαναν και την θεραπεία των εθισμών. (Flammer & Bongartz, “On the efficacy of hypnosis: a meta-analytic study”, Contemporary Hypnosis, 2003, pp179 – 197.)

Ιστορία

Οι πρόγονοι της σύγχρονης υπνοθεραπείας σαφώς θα πρέπει να υπήρχαν μέσα στους ναούς του ύπνου των αρχαίων Ασκληπιείων και στις μυστηριακές τελετές της αρχαίας Ελληνο-ρωμαϊκής κοινωνίας, αν και μερικές φορές οι αναλογίες δεν είναι επαρκείς. Παρόλα αυτά μερικοί παραλληλισμοί μπορούν να γίνουν μεταξύ του υπνωτισμού και των τελετουργιών που προκαλούν έκσταση που ήταν διάσπαρτη πρακτική σε όλες τις προ-εγγράμματες κοινωνίες.

Στα μέσα του 18ου αιώνα όταν εισήγαγε ο Franz Anton Mesmer την έννοια και τις τεχνικές του «ζωικού μαγνητισμού», ο Μαγνητισμός έγινε μία σχολή με μεγάλη επιρροή εσωτερικής θεραπείας και σημαντικοί Μαγνητιστές όπως ο James Esdaile και ο John Elliotson βοήθησαν ώστε να διατηρηθεί η δημοτικότητά του στην ιατρική μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα όταν δοκίμασε ένα είδος αναβίωσης στην εργασία του Jean-Martin Charcot, του πατέρα της σύγχρονης νευρολογίας.

Στα 1840s, ο Σκωτσέζος παθολόγος James Braid, καθιέρωσε την έννοια του υπνωτισμού ως αντιτιθέμενη στην παράδοση του μεσμερισμού, που την ύπαρξη της βασίσε σε βασικούς ψυχολογικούς και φυσιολογικούς μηχανισμούς, παρά στις απόκρυφες θεωρίες του ζωικού μαγνητισμού. Η εργασία του Braid ήταν περιορισμένης επιρροής στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά στη Γαλλία οι ιδέες του αναπτύχθηκαν σε μία πιό εκλεπτυσμένη ψυχολογική αγωγή. Ο Ιππόλυτος Bernheim άρχισε ως σκεπτικιστής αλλά μετατράπηκε σε οπαδός της μεγάλης σημασίας του υπνωτισμού με την παρατήρηση της εργασίας του γνωστόυ ιατρού Ambroise-Auguste Liebeault που απέρριψε τη θεωρία Mesmer και ακολούθησε τον Abba Faria. O Emile Coué ένας πρώην κλινικός βοηθός του Liebeault, πρότεινε ένα εναλλακτικό μοντέλο αντί της ύπνωσης που την αποκάλεσε «συνειδητή αυθυποβολή» που έγινε πολύ δημοφιλής ως μορφή αυτοθεραπείας στη δεκαετία του ’20. Από τα μέσα του 18ου αιώνα έως το 1880 ο Αμερικανός ιατρός χειρούργος-παθολόγος, Rufus Osgood Mason υποστήριξε την ιδέα της χρήσης της ύπνωσης για τις «θεραπευτικές εφαρμογές», και έγραψε άρθρα και ένα βιβλίο με αυτήν την έννοια. Ήταν επίσης υποστηρικτής της πρώιμης παραψυχολογίας και των ψυχικών ερευνών.

Ένας σημαντικός ανταγωνισμός και μια έντονη συζήτηση αναπτύχθηκαν μεταξύ των δύο μεγάλων σχολών στη Γαλλία. Αυτή του Salpêtrière του Charcot, η οποία εστίαζε στα φυσιολογικά φαινόμενα που προκλήθηκαν από τις υπνωτικές πρακτικές και ισχυρίζονταν ότι μόνον οι υστερικοί μπορούσαν να υπνωτιστούν, και της σχολής του Νανσύ του Bernheim που έδωσε περισσότερη έμφαση επάνω στην ψυχολογία και τις υποβολές, ακολουθώντας τα γραπτά του James Braid. Εντούτοις, οι ιδέες του Charcot σχετικά με την ύπνωση σχεδόν εξ ολοκλήρου δυσφημίστηκαν και η σχολή του Bernheim κέρδισε αποτελεσματικά τη συζήτηση, και έγινε ο σημαντικότερος πρόδρομος του ψυχολογικού υπνωτισμού.

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ ήταν αρχικά υπερασπιστής της υπνοθεραπείας. Αυτός ταξίδεψε στη Γαλλία για να μελετήσει τα φαινόμενα της ύπνωσης με τους δύο μεγάλους δασκάλους της εποχής του, τον Charcot του Salpêtrière και τον Bernheim του Νανσύ. Ο Φρόιντ έγραψε διάφορα άρθρα σχετικά με τη υπνοθεραπεία και μετέφρασε δύο από τα βιβλία του Bernheim πάνω στο θέμα από τα γαλλικά στα γερμανικά. Υιοθέτησε αρχικά την υπνοθεραπεία σε έναν μικρό αριθμό ασθενών του στα 1890s. Μέχρι περίπου το 1905, όπου και την εγκατέλειψε την διαδικασία κατά ένα μεγάλο μέρος υπέρ της πρόσφατα αναπτυγμένης τεχνικής του ελεύθερου συνειρμού ή της «ομιλιτικής τεχνικής». Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Freud ήταν πολύ κακός υπνωτιστής και γι αυτό εγκατέλειψε την ύπνωση. Εντούτοις, η περιγραφή του Freud του βασικού κανόνα και ορισμού του ελεύθερου συνειρμού φέρει ακόμα μια εντυπωσιακή ομοιότητα με κλασικές τεχνικές υπνωτικής επαγωγής. Αργότερα αναγνωρίζοντας τη μεγάλη δαπάνη χρόνου που απαιτείται για την επιτυχή έκβαση της ψυχανάλυσης ο Freud πρότεινε να συνδυαστεί με την υπνωτική διαδικασία σε μία προσπάθεια να επιταχυνθεί η έκβαση της θεραπείας.

«Είναι πολύ πιθανό, επίσης, ότι η αναγωγή της θεραπείας μας σε αριθμούς θα μας αναγκάσει να αναμίξουμε τον καθαρό χρυσό της ανάλυσης με τον χαλκό της υποβολής. (S. Freud, Γραμμές Προόδου στην Ψυχαναλυτική Θεραπεία, 1919) Εντούτοις, μόνο μια χούφτα των οπαδών του Freud ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένοι στην ύπνωση για να επιτύχουν τη σύνθεση, η οποία οδήγησε σε μια βαθμιαία αναβίωση στη δημοτικότητα «της ύπνο-ανάλυσης» ή «των μεθόδων υπνωτικής αναδρομής και παλινδρόμησης».

Ο υπνοθεραπευτής Milton Erickson υπήρξε ένας απο τους επιστήμονες που επηρρέασε όσο κανένας άλλος την σύγχρονη υπνοθεραπεία. Έγραψε πολλά βιβλία, περιοδικά και αρθρα πάνω στο θέμα, και τα επιτεύγματα του είναι καλά τεκμηριωμένα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 και του ‘60, ο Erickson θεωρήθηκε αρμόδιος για τη διάδοση ενός εξ ολοκλήρου νέου κλάδου της υπνοθεραπείας, τον οποίο καλούμε τώρα Ερικσονιανή υπνοθεραπεία, που χαρακτηρίζεται από, μεταξύ άλλων, τις έμμεσες υποβολές, τεχνικές σύγχυσης και διπλοδεσίματα. Η δημοτικότητα των τεχνικών Erickson οδήγησε από τότε στην ανάπτυξη του νευρο-γλωσσικού προγραμματισμού (NLP), που βρήκε τη συνέχεια στη χρήση στις πωλήσεις της σύγχρονης εποχής, στη διαφήμιση, και στην εταιρική εκπαίδευση. Εντούτοις, ο νευρογλωσσικός προγραμματισμός έχει επικριθεί από πολλούς διαπρεπείς υπνωτιστές ως διαστρέβλωση της εργασίας Erickson. Παραδείγματος χάριν, ο Andre Weitzenhoffer, ένας καθηγητήσ του Στάνφορντ και πρώην συνεργάτης του Ερικσον δήλωσε πως οι ιδρυτές του νευρολογικού προγραμματισμού Richard Bandler και John Grinder έχουν αφ’ ενός, πρόσφερει μία πολύ αλλοιωμένη, και κατά περιόδους αλλοπρόσαλη εκδοχή αυτού που θεώρησαν ότι έλεγε ο Erickson και σε άλλες περιόδους που καθοδηγήθηκαν από την προσωπική τους θεωρητικοποίηση . (Weitzenhoffer, Η Πρακτική του Υπνωτισμού, 2000: 592-593)

Επαγγελματική Κατάρτιση στην Υπνοθεραπεία.

Οι ανάγκες κατάρτισης ποικίλλουν πολύ παγκοσμίως με κύριο καθοριστικό παράγοντα το θέμα της αναγνώρισης της υπνοθεραπείας απο το κάθε κράτος. Για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο το πανεπιστημιακό κολλέγιο του St. Mary είναι το μόνο ακαδημαϊκό ίδρυμα που προσφέρει ένα επιμορφωτικό πρόγραμμα στην κλινική ύπνωση, βλέπε το www.smuc.ac.uk/hypnosis. Για να γίνει κάποιος υπνοθεραπευτής, οι ανάγκες κατάρτισης και η κρατικές ποιστοποιήσεις ποικίλλουν πολύ σε όλο τον κόσμο. Αυτοί που ενδιαφέρονται να γίνουν υπνοθεραπευτές πρέπει να ερευνήσουνε την σχετική νομοθεσία στο κράτος τους και να ενταχθούν σε μια επαγγελματική οργάνωση που μπορεί να τους καθοδηγήσει στην κατάλληλη κατάρτιση και να τους προσφέρει έναν κεντρικό κώδικα της ηθικής και πειθαρχικής δεοντολογία. Αυτό παρέχει τη διαβεβαίωση στους πελάτες τους ένα καλό και ηθικό πλαίσιο για την εν λόγω θεραπεία. Στις ΗΠΑ υπάρχουν σχολές υπνοθεραπείας που είναι πιστοποιημένες απο το κράτος και αυξάνουν σε αριθμό κάθε χρόνο. Επίσης υπάρχουν διάφοροι αναγνωρισμένοι επαγγελματικοί οργανισμοί που απαιτούν τα κατώτατα επίπεδα στην εξειδίκευση της ύπνωσης για να επικυρώσουν κάποιον ως Υπνοθεραπευτή(C.Ht.), και έτσι να μπορέσουν οι ενδιαφερόμενοι πελάτες να βρούν τους επαγγελματίες υπνοθεραπευτές . Η Διεθνής Ένωση Ιατρικής και Οδοντιαρτικής Υπνοθεραπείας (IMDHA), Η διεθνής Ένωση Πιστοποιημένων Υπνοθεραπευτών (IACT) και η Εθνική Ένωση Υπνωτιστών (NGH) είναι ίσως οι πιο γνωστές.

Ο πιστοποιημένος υπνοθεραπευτής που έχει καταρτισθεί απο εναν επαγγελματικό οργανισμό όπως η IMDHA, IACT, ή η NGH πρέπει να έχει εκπαιδευτεί στη βασική αλλά και στην προχωρημένη ύπνωση με ένα ελάχιστο εξειδικευμένης εκπαίδευσης 120 ωρών. Οι επαγγελματικές οργανώσεις συνηθως έχουν δικό τους σύστημα οδηγιών τους και κώδικα ηθικής δεοντολογίας για να τηρούν τα μέλη τους, και απαιτούν κάποιες περαιτέρω ώρες για επαγγελματική ανάπτυξη και επιμόρφωση κάθε έτος για να εξασφαλίσουν την υψηλότερη ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών. Πολλοί υπνοθεραπευτές συνεχίζουν αυτό το είδος της δια βίου επαγγελματικής ανάπτυξης και κατάρτισης έως ότου σταματήσουν να ασκούν το επάγγελμα. Ανεξάρτητα από την εξειδικευμένη κατάρτιση, ένας υπνοθεραπευτής δεν εντοπίζει ή δεν θεραπεύει οποιοδήποτε άτομο χωρίς τα κατάλληλα τυπικά προσόντα. Πολλές φορές αν χρειαστεί θα παραπέμψει τους πελάτες του στην ιατρική κοινότητα αν ό ίδιος δεν θεωρεί τον εαυτό του να βοηθήσει τον πελάτη του.

Τεχνικές Επαγωγής Υπνοθεραπείας

Ηλικιακή Παλινδρόμηση – με την επιστροφή σε ένα πιό πρώιμο στάδιο του εγώ ο ασθενής μπορεί να επανακτήσει τις ιδιότητες που είχε μιά φορά, αλλά τώρα έχει χάσει. Η ανάμνηση μιάς πρότερης, υγιέστερης, κατάστασης μπορεί να αυξήσει την αυτοπεποίθηση των ασθενών και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης τους.

Αναβίωση – η ανάμνηση προηγούμενων εμπειριών μπορεί να συμβάλλει στη θεραπεία. Παραδείγματος χάριν ο υπνωτιστής μπορεί να ρωτήσει «σας έχει τύχει να βρεθείτε σε υπνωτική έκσταση»; και αυτό να είναι ευκολότερο να αναβιώσει κανείς την προηγούμενη εμπειρία από το να προσπαθήσει την πρόκληση μίας νέας υπνωτικής επαγωγής.

Καθοδηγούμενη Εικονοποίηση – μια μέθοδος κατα την οποία παρέχεται μια νέα χαλαρωτική και ευεργετική εμπειρία.

Θεραπεία Μερών – μια μέθοδος που καινοτόμησε ο Charles Tebbetts στην προσπάθεια του να ταυτοποιησει συγκρουόμενα μέρη της προσωπικότητας που βλάπτουν την ευημερία των πελατών, κατόπιν βοηθά εκείνα τα μέρη να διαπραγματευτούν μέσω του υπνοθεραπευτή για να επιφέρει μία ισορροπία. [29]

Σύγχιση – μια μέθοδος που αναπτύχθηκε από τον Milton Erickson κατά την οποία το υποκείμενο είναι πιθανότερο να είναι δεκτικό στην έμμεση υποβολή λόγω μιας αλλοιωμένης κατάστασης συνείδησης.

Επανάληψη – όσο περισσότερο μία ιδέα επαναλαμβάνεται τόσο πιθανότερο είναι αυτή να γίνει αποδεκτή και να ενεργήσει πάνω στον θεραπευόμενο.

Άμεση Υποβολή – που προτείνει άμεσα. «Αισθάνεσαι ασφαλής και σίγουρος για τον εαυτό σου».

Έμμεση Υποβολή – χρησιμοποιώντας τεχνικές αντιπερισπασμού για να επιφέρεις υποσυνείδητες αλλαγές.

Υπνοανάλυση – η ανάκληση εμπειριών των πελατών από το παρελθόν τους, αντιμετωπίζει και αποφορτίζει σχετικές συγκινήσεις, κάτι παρόμοιο με την ψυχανάλυση.

Μεθυπνωτικές Υποβολές – υποβολές που θα πραγματοποιηθούν μετά από το πέρας της υπνωτικής έκστασης. «Όταν εσύ ξυπνήσεις θα αισθάνεσαι αναζωογονημένος και ευτυχής»!

Απεικόνιση – το να φαντάζεται και να απεικονίζει κάποιος μια επιθυμητή έκβαση, φαίνεται να την καθιστά πιο πιθανή να εμφανιστεί πραγματικά.

Αναδρομική Θεραπεία[1] – εναλλακτική υπνοθεραπεία (και όχι μονον) [2] που αναζητώντας τη ρίζα τους προβλήματος βρισκει τους αναδραμώμενους να αναβιώνουν μια προηγούμενη ζωή. Η απλή και μόνον αναβίωση ανακουφίζει απο πολύ έντονα, χρόνια και πιεστικά προβλήματα.

Υπνοσκόπηση – [3] Μία τεχνική που βασίζει την επιτυχία της στον εντοπισμό της ρίζας του προβλήματος του θεραπευόμενου και προυποθέτει την ενεργή συμμετοχή του στην διαδικασία. Στόχος είναι η επίτευξη της ενόρασης μιας ψυχικής διεργασίας που οδηγεί στην κάθαρση.

http://el.wikipedia.org/wiki/Υπνοθεραπεία

Κλινική Ύπνωση και Παθήσεις

Άγχος

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε βιώσει άγχος: μια διάχυτη, δυσάρεστη και ακαθόριστη αίσθηση ανησυχίας, που συνήθως συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα: εφίδρωση, ζάλη, ταχυκαρδία, αίσθημα πνιγμού, αστάθεια, βάρος στο στήθος, μύς που τρέμουν κ.λ.π.

Το άγχος, δηλαδή, είναι μια συναισθηματική αντίδραση, που κινητοποιεί το άτομο για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους, να αποτρέψει μία πραγματική ή συμβολική βλάβη και ζημία, εξασφαλίζοντας την ομοιόσταση τη χαρακτηριστική του σύσταση και την ισορροπία του με το περιβάλλον.

Το άγχος είναι μια ψυχοπαθολογική κατάσταση διαρκούς φόρτισης και υπερέντασης. Το «θύμα» του αισθάνεται μια θηλιά άλλοι μιλούν για κόμπο! να του σφίγγει το λαιμό? δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ηρεμήσει και τα νεύρα του, αν μπορούν να παρομοιαστούν με χορδές, είναι τόσο τεντωμένα, που παν να σπάσουν. Η πνιγηρή αυτή κατάσταση του άγχους κλιμακώνεται από την έντονη δυσφορία ως και τον πανικό. Της εμφάνισής της προηγούνται συνθήκες πραγματικής ή συμβολικής απειλής.

Τα σωματικά συμπτώματα του άγχους είναι αυτά που μας τρομάζουν συνήθως πιο πολύ. Νομίζουμε ότι κινδυνεύει η σωματική μας υγεία και ότι βρισκόμαστε σε κίνδυνο. Αυτή η ανησυχία προκαλεί περισσότερο άγχος και αυτό με τη σειρά του φέρνει περισσότερα σωματικά συμπτώματα. Μπαίνουμε δηλαδή σ’ ένα φαύλο κύκλο που χειροτερεύει τελικά το άγχος.

Η κλινική υπνοθεραπεία μπορεί να σε βοηθήσει μέσω της προοδευτικής χαλάρωσης να ηρεμείς σωματικά και ψυχικά με κάποιες ειδικές τεχνικές, όπως και με τεχνικές οραματισμού και διαχείρισης άγχους

Ένας πολύ χρήσιμος τρόπος για να αντιμετωπίσετε το άγχος σας είναι να ελέγξετε την αναπνοή σας. Όταν είμαστε ήρεμοι και ευχαριστημένοι η αναπνοή μας είναι αργή και ρυθμική ενώ όταν είμαστε σε ένταση η αναπνοή μας είναι γρήγορη και ρηχή. Αυτή η αγχώδης αναπνοή μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως τρόμο, ζάλη ή μουδιάσματα. Αυτά τα συμπτώματα μπορούν γρήγορα να αντιμετωπιστούν διορθώνοντας την αναπνοή μας.

Φοβίες

Οι άνθρωποι μπορεί να φοβόμαστε ένα ευρύ φάσμα πραγμάτων και αυτό που μπορεί να είναι εντελώς αποδεκτό για ένα άτομο μπορεί να προκαλεί πανικό σε ένα άλλο .

Ορισμένοι από τους φόβους είναι:

* Τα ζώα
* Το να είσαι μόνος
* Το αίμα
* Οι μικροί η κλειστεί χώροι
* Σκοτεινούς χώρους
* Θάνατοι
* Οι ενέσεις ή βελόνες
* ανοιχτοί χώροι
* Φίδια
* Αράχνες
* Ταξίδια
* Τα τρένα
* Νερό

Τι είναι μια φοβία;

Με τον όρο Φοβία δηλώνεται ο φόβος ενός ατόμου, ο οποίος συνεχίζει να υφίσταται, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αληθινός κίνδυνος. H φοβία ενός ατόμου μπορεί να οφείλεται είτε σε μια άσχημη εμπειρία, είτε σε άγχος μηπως και αποτύχει, είτε σε άλλες αιτίες. Τα αποτελεσματα πάντως είναι σίγουρα δυσάρεστα εφόσον το άτομο αναγκάζεται να αποκόβεται από δραστηριότητες που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη φοβία και να ζουν σε άγχος ή ακόμη και πανικό μόλις επρόκειται να το αντιμετωπίσουν. Σε κάθε είδος φοβίας το άτομο μπορεί να πάθει κρίση και να μην καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του.

θεραπεία μέσω ύπνωσης

Υπνωτικές προτάσεις, μεταφορές και ενδεχομένως τεχνικές Neuro-Linguistic Programming θα χρησιμοποιηθούν από τον θεραπευτή για να δημιουργήσετε ένα νέο πρότυπο, ώστε ο πελάτης να μπορεί να δει το παρελθόν, ( φόβος κ.α ) σε ένα νέο και μη απειλητικό πλαίσιο

Πόσες συνεδρίες της θεραπείας θα απαιτηθούν;

Ο αριθμός των συνεδριάσεων που θα χρειαστούν θα εξαρτηθεί από πολλά πράγματα, αν μη τι άλλο, την προσωπικότητα, το είδος του πελάτη, την ωριμότητα, την επιθυμία να ξεπεραστεί η φοβία, και φυσικά, το πόσο βαθιά είναι η φοβία και πόσο καιρό είναι την θέση αυτή . Ωστόσο, ο μέσος όρος για τα άτομα είναι περίπου 6-8 συνεδρίες.

Κατάθλιψη

Η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που διαρκούν πάνω από δύο εβδομάδες και είναι τόσο σοβαρά ώστε να επεμβαίνουν στην καθημερινότητα ενός ατόμου.

Όταν κάποιος έχει κατάθλιψη μπορεί να εμφανίζει διάφορα συμπτώματα όπως άγχος, υπερένταση, ανησυχία, ευερεθιστότητα, δυσκολίες στην προσοχή και στη συγκέντρωση, δυσκολίες στον ύπνο με χαρακτηριστική την πρωινή έγερση, διαταραχές στην όρεξη (με αύξηση ή μείωση βάρους), μείωση των ενδιαφερόντων, της ενεργητικότητας και της ευχαρίστησης από τη ζωή, ελάττωση της σεξουαλικής διάθεσης, μείωση της αυτοεκτίμησης και αίσθημα ενοχής.

Η κατάθλιψη είναι μία ασθένεια που μπορεί να θεραπευτεί και η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται. Με εξειδικευμένη βοήθεια και ψυχοθεραπεία, οι περισσότεροι άνθρωποι γίνονται μετά από μερικούς μήνες καλά. Άλλοι, μπορεί να χρειαστούν περισσότερο χρόνο.

Όταν κάποιος έχει κατάθλιψη συνήθως περιγράφει τον εαυτό του ως λυπημένο, απεγνωσμένο, αποθαρρυμένο και απογοητευμένο.

Τι προκαλεί την κατάθλιψη;

Υπάρχουν πολλά αίτια που σχετίζονται με τη κατάθλιψη. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν: αντίδραση σε συγκεκριμένα γεγονότα ή στο στρες, καθώς και γενετικούς ή βιολογικούς παράγοντες. Κάποιες πρώιμες εμπειρίες και απώλειες λόγω πένθους ή χωρισμού μπορεί να πυροδοτήσουν καταθλιπτικά ή μανιακά επεισόδια. Αρκετές σωματικές ασθένειες έχουν επίσης σχετιστεί με την κατάθλιψη, όπως η γρίπη, ή οι διαταραχές του θυρεοειδή αδένα.

Πιθανώς να υπάρχει κάποια διαταραχή στη χημεία του εγκεφάλου στην οποία συμμετέχει ένας χημικός διαβιβαστής που ονομάζεται σεροτονίνη.

Τα κύρια συμπτώματα που εμφανίζει κάποιος όταν έχει κατάθλιψη είναι:

Καταθλιπτική διάθεση, σχεδόν κάθε μέρα.

Απώλεια του ενδιαφέροντος ή μείωση της ευχαρίστησης από δραστηριότητες

που τον ευχαριστούσαν στο παρελθόν.

Επιβράδυνση των σωματικών και ψυχικών λειτουργιών

Μείωση ή αύξηση της όρεξης ή του βάρους.

Αϋπνία ή υπερυπνία, σχεδόν καθημερινά.

Ψυχοκινητική ανησυχία ή ψυχοκινητική επιβράδυνση, καθημερινά.

Εύκολη κόπωση ή απώλεια της ενεργητικότητας.

Ιδέες ενοχής και αναξιότητας.

Δυσκολία στη συγκέντρωση, βραδύτητα στη σκέψη και δυσχέρεια στη λήψη των αποφάσεων.

Χαμηλή αυτοσυγκέντρωση και προσοχή

Διαταραχή στην όρεξη και τον ύπνο

Αίσθημα απελπισίας, ενοχής, άγχους, απόγνωσης, ανικανότητας

Επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου ή ιδέες αυτοκαταστροφής.

Πολλοί ειδικοί προτείνουν να χρησιμοποιείται η ύπνωση στην αρχή της θεραπείας της κατάθλιψης, ακόμα κι από την πρώτη συνεδρία. Κι αυτό γιατί ακόμα και μια μικρή διαφορά στο συναίσθημα δίνει στον θεραπευόμενο την αίσθηση ότι η αλλαγή είναι εφικτή. Η αντίληψη ότι αυτό που νιώθω μπορεί να αλλάξει είναι ένας ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας για τη θεραπεία της κατάθλιψης.

Η κλινική υπνοθεραπεία μπορεί να σε βοηθήσει να βλέπεις πιο αισιόδοξα την πραγματικότητα. Ερμηνεύεις θετικά τα ερεθίσματα που μέχρι τώρα σου προξενούσαν άγχος, και φόβο. Ανακαλύπτεις νέους τρόπους αντιμετώπισης των καθημερινών αντιξοοτήτων.

Συνειδητοποιείς καλύτερα τη σχέση ανάμεσα στον τρόπο που σκέπτεσαι, που αισθάνεσαι και που συμπεριφέρεσαι.

Κάπνισμα

Σήμερα, υπάρχουν πολλές επιλογές για τους καπνιστές που θέλουν να σταματήσουν το κάπνισμα. Το έμπλαστρο νικοτίνης και η τσίχλα νικοτίνης είναι ευρέως διαθέσιμες, όπως και πολλές άλλες χρήσιμες τεχνικές. Ο Υπνωτισμός είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να τερματίσετε την συνήθεια του καπνίσματος

Υπάρχουν δύο τρόποι που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ύπνωση για να σταματήσετε το κάπνισμα:

1. Αυτούπνωση
2. Hypnotherapy από επαγγελματία θεραπευτή

Αυτο ύπνωση συνεπάγεται η χρήση τεχνικών για τη χαλάρωση σας, και καθοδήγηση του εαυτού σας με εικόνες που μπορούν να σταματήσουν το κάπνισμα.

Οι τεχνικές μέσω ενός θεραπευτή θα σας βοηθήσουν να χαλαρώσετε και να σας καθοδηγήσουν, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες εικόνες και λέξεις που εχουν σκοπό να βοηθήσουν ένα πρόσωπο να σταματήσει το κάπνισμα.

Μια τρίτη εναλλακτική λύση είναι ένας συνδυασμός αυτών των δύο μεθόδων
Η Ύπνωση για το κάπνισμα παρέχει δύο βασικά πλεονεκτήματα:

1. Μείωση άγχους / και την εκμάθηση τεχνικών ελέγχου στρες
2. Και πραγματοποίηση της αλλαγής της νοοτροπίας, των πεποιθήσεων και των συνηθειών προς το κάπνισμα, καθιστώντας έτσι δυνατή την εξάλειψη της συνήθειας του καπνίσματος.

Για να επιτύχει αυτή η τεχνική χρειάζεται ο καπνιστής να είναι αρκετά δεκτική προσωπικότητα και θετικός προς τη μέθοδο. Συγκεκριμένα, ο υπνοθεραπευτής υποβάλλει τον καπνιστή σε μια κατάσταση βαθιάς χαλάρωσης, και υπό μορφή συζήτησης εστιάζει την προσοχή του στο θέμα του τσιγάρου και σε οτιδήποτε σχετίζεται με αυτό.

Τι προσφέρει
Οι στατιστικές δείχνουν ότι η μέθοδος αυτή είναι πιο αποδοτική όταν συνδυάζεται με ψυχοθεραπεία. Η υπνοθεραπεία επίσης βοηθά ιδιαίτερα τα άτομα που το κάπνισμα τους σχετίζεται με διάφορες ψυχολογικές καταστάσεις (συναισθήματα αποτυχίας, ανικανοποίητες επιθυμίες, φοβίες κ.ά.). Η ολοκλήρωση της θεραπείας γίνεται μετά ορισμένες συνεδρίες, ο αριθμός των οποίων ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος του προβλήματος.
Πολλαπλές μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση της ύπνωσης για να σταματήσετε το κάπνισμα λειτουργεί σε ένα υψηλό ποσοστό των περιπτώσεων, μέχρι και 60%

Κρίσεις Πανικού

Βασικό κλινικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής είναι οι επαναλβανόμενες κρίσεις έντονου άγχους και πανικού, οι οποίες όμως δεν σχετίζονται με κάποια συγκεκριμένη κατάσταση και για το λόγο αυτό είναι απρόβλεπτες.

Οι ακριβείς αιτίες της διαταραχής πανικού είναι άγνωστες, αλλά η κληρονομικότητα και τα στρεσογόνα γεγονότα ζωής ενδέχεται να παίζουν σημαντικό ρόλο.

Οι περισσότερες κρίσεις πανικού διαρκούν μόνο λίγα λεπτά, μερικές φορές μπορεί να διαρκέσουν μέχρι και 10 λεπτά και σε σπάνιες περιπτώσεις μέχρι και 1 ώρα.

Τα άτομα με διαταραχή πανικού υποφέρουν από μη αναμενόμενα και επανειλημμένα επεισόδια έντονου, κατακλυσμιαίου τρόμου χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Αυτά τα επεισόδια καλούνται κρίσεις πανικού. Ο φόβος που βιώνει κανείς κατά τη διάρκεια μιας κρίσης πανικού μπορεί να συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα όπως:

πόνο στο θώρακα

αίσθημα καρδιακών παλμών

εφίδρωση

θερμά ή ψυχρά ρίγη

τρεμούλες

κρίσεις ζάλης

αίσθημα πνιγμού ή ασφυξίας

δυσχέρεια αναπνοής

Ορισμένα άτομα φοβούνται ότι κυριεύονται από το φόβο ή ότι τρελαίνονται.

Η κλινική υπνοθεραπεία βοηθά τον ασθενή να καταφέρνει να διατηρεί την ηρεμία του και τον έλεγχο ώστε να μην εξελιχθεί η κρίση, αυτό επιτυγχάνετε μέσω τεχνικών αναπνοής κ.α

Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου

Έρευνα του King’s College του Λονδίνου, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στην ιατρική βρετανική επιθεώρηση «British Medical Journal», έδειξε ότι η υπνοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς που πάσχουν από το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου. Oι ειδικοί θεωρούν ότι το σύνδρομο προκαλείται από ένα συνδυασμό ψυχικών και βιολογικών παραγόντων. Μάλιστα, βρέθηκε ότι το ποσοστό άγχους και δυσθυμίας είναι υψηλό σε άτομα που πάσχουν από αυτό, ενώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν κατάθλιψη ή άλλες διαταραχές της συμπεριφοράς. Η φαρμακευτική αγωγή πολλές φορές δεν βοηθά σημαντικά τους πάσχοντες. Η ειδική εφαρμογή της ύπνωσης για την αντιμετώπιση του Συνδρόμου του Ευερέθιστου Εντέρου (γνωστού και ως σπαστική κολίτιδα) εστιάζει στην προώθηση της χαλάρωσης και στη δημιουργία εικόνων που παρομοιάζουν το έντερο με ένα γρήγορο ποτάμι, το οποίο αρχίζει σιγά-σιγά να ρέει όλο και πιο αργά και ομαλά. Άλλωστε, η ύπνωση επιτρέπει στο θεραπευόμενο να βιώσει σκέψεις και εικόνες σαν να είναι πραγματικές.

Πόνος

Η ύπνωση μπορεί να ανακουφίσει από τον πονοκέφαλο και τον πόνο στην πλάτη…κι όλα αυτά βάσει μελέτης που δημοσιεύτηκε στο Regional Anesthesia and Pain Medicine.

Οι ερευνητές προσδιόρισαν σε πρώτη φάση τα φυσιολογικά όρια του πόνου σε 12 υγιείς εθελοντές και μετά τους υπνώτισαν. Οταν οι συμμετέχοντες δέχτηκαν μία ακόμα δόση πόνου μετά την ύπνωση, το 70% δεν τον αισθάνθηκε. Αξονικές εγκεφάλου έδειξαν ότι η ύπνωση σταμάτησε τη δραστηριότητα στα κέντρα πόνου του εγκεφάλου των εθελοντών, αναφέρει ο επικεφαλής της μελέτης, δρ Sebastian Schulz-Stubner «Η ύπνωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όλα τα είδη του χρόνιου πόνου καθώς και για την αναισθητοποίηση και την ανακούφιση από τον πόνο κατά τη διάρκεια μικροεπεμβάσεων».

Αλλεργίες

Oι ανοιξιάτικες αλλεργίες θεραπεύονται με ύπνωση, αναφέρουν Eλβετοί ερευνητές. H ομάδα του Πανεπιστημίου της Bασιλείας κατάφερε να εκπαιδεύσει 66 άτομα που έπασχαν από αλλεργίες με βαριά συμπτώματα να μπαίνουν σε «ύπνωση» και διαπίστωσε ότι η νέα μέθοδος τούς ανακούφισε από το ενοχλητικό συνάχι, το πιο συχνό σύμπτωμα της ανοιξιάτικης αλλεργίας. Tαυτόχρονα, όμως, οι εθελοντές ελάμβαναν τα αντιισταμινικά που τους είχαν χορηγηθεί από τους γιατρούς που τους παρακολουθούσαν. H ύπνωση, όμως, ενίσχυσε τα αποτελέσματα των φαρμάκων, με αποτέλεσμα να καταστήσει εφικτή τη μείωση της δοσολογίας τους. Tα συμπεράσματα της έρευνας δημοσιεύονται στην επιθεώρηση Psychotherapy and Psychosomatics.
H έρευνα των Eλβετών επιστημόνων διήρκεσε δύο χρόνια, ώστε να περιληφθούν δύο περίοδοι έντονης αλλεργίας. Kατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου έρευνας, ορισμένοι από τους εθελοντές διδάχθηκαν με ποιο τρόπο μπορούν να μπουν σε διαδικασία ύπνωσης. Tους ζητήθηκε, μάλιστα, να εφαρμόζουν τακτικά την τεχνική, χωρίς να διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή που ελάμβαναν. Oι υπόλοιποι εθελοντές απλώς εξακολούθησαν να παίρνουν τα φάρμακά τους. Oταν όλοι οι συμμετέχοντες επανεξετάσθηκαν ένα χρόνο αργότερα, η ομάδα που είχε χρησιμοποιήσει την ύπνωση ως θεραπεία ανέφερε ότι τα συμπτώματα της αλλεργίας είχαν περιοριστεί σημαντικά.

Kατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της έρευνας, οι ερευνητές εκπαίδευσαν αυτούς που απλώς έπαιρναν φαρμακευτική αγωγή να μπαίνουν σε ύπνωση. Στα τέλη του δεύτερου χρόνου και αυτοί ανέφεραν σημαντική βελτίωση της κατάστασής τους. Mπορεί -εξηγούν οι Eλβετοί ερευνητές- η άμβλυνση των ενοχλητικών συμπτωμάτων να ήταν μικρή, αλλά ταυτόχρονα επέτρεψε στους αρρώστους τη μείωση της δοσολογίας των φαρμακευτικών σκευασμάτων, γεγονός θετικό για τη διατήρηση της υγείας τους. O συντάκτης του δημοσιεύματος και συντονιστής της ερευνητικής ομάδας καθηγητής Bολφ Λάνγκεβιτς πραγματοποίησε και εργαστηριακές μελέτες, για να εντοπίσει την επίδραση της ύπνωσης στον ανθρώπινο οργανισμό.

H ροή του αίματος

Xρησιμοποιώντας συσκευή μέτρησης της δύναμης εκπνοής από τη μύτη διαπιστώθηκε ότι η ύπνωση ενίσχυε τη ροή του αέρα από τη ρινική κοιλότητα, ακόμα και όταν οι εθελοντές έρχονταν σε επαφή με παράγοντες που τους προκαλούσαν αλλεργία, όπως η γύρη των λουλουδιών και το γρασίδι. O καθηγητής Λάνγκεβιτς υποστηρίζει ότι η ύπνωση έχει θεραπευτικά αποτελέσματα, επειδή μεταβάλλει τη ροή του αίματος και βοηθά στην απελευθέρωση της μύτης.

Καθημερινή

Αναισθησία στην Οδοντιατρική

Οδοντιατρικές πράξεις μπορούν να γίνουν και με ύπνωση του ασθενούς αντί αναισθησίας

Η ύπνωση κατά την οδοντιατρική πράξη μπορεί να αποτελέσει το «αντίδοτο» της χημικής φαρμακευτικής αναισθησίας για τους ασθενείς που ακολουθούν κάποια ομοιοπαθητική θεραπεία και δεν επιθυμούν τη διατάραξή της, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η οδοντίατρος Νάγια Μπάγια, στην επιστημονική διημερίδα της Ελληνικής Εταιρίας Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, που πραγματοποιείται από χθες, στη Θεσσαλονίκη.

Κατά τη διάρκεια της οδοντιατρικής πράξης ενσκήπτει το δίλημμα της αντιδότησης (εξασθένηση των ομοιοπαθητικών φαρμάκων), λόγω των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην αναισθησία, το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ύπνωση, εξήγησε η κ. Μπάγια.

Σημείωσε δε πως η ύπνωση είναι μια μέθοδος που οδηγεί σε μια διαφορετική κατάσταση συνειδητότητας του ατόμου, που ονομάζεται trance και συνοδεύεται από μια σειρά υποκειμενικών αλλαγών, όπως η περιορισμένη ικανότητα προσοχής, η αλλαγή της αντίληψης του σώματος, η αλλαγή της αντίληψης του χρόνου, η αύξηση της ικανότητας πρόσληψης υποβολών κ.ά.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, η οποία βιντεοσκοπείται, ο γιατρός, με διάφορες τεχνικές, όπως η προσήλωση του βλέμματος σε ένα σημείο ή το μέτρημα, καλεί τον ασθενή να σηκώσει ψηλά το χέρι το και σε αυτή τη θέση, εκτός από τη φυσιολογική καταληψία, υποβάλλεται στον ασθενή η αίσθηση του παγωμένου και η αναισθησία.

Στη συνέχεια, ο ασθενής ακουμπά με το χέρι του και μεταφέρει την αναισθησία στο σημείο που πρέπει να γίνει η επέμβαση. Η επαφή γιατρού – ασθενή, καθ’ όλη τη διάρκεια της επέμβασης, είναι δυνατή και ο ίδιος μπορεί να καθορίσει πότε χρειάζεται διάλειμμα ή ενίσχυση της αναισθησίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Μπάγια, μόλις το 10% των ασθενών υπνωτίζονται πολύ εύκολα, το 10% δεν μπορούν να υπνωτιστούν ή υπνωτίζονται πολύ δύσκολα και το 80% βρίσκεται σε μια μέση κατάσταση.

Σύμφωνα με την κ. Μπάγια η θεραπευτική της ύπνωσης, η οποία εφαρμόζεται με επιτυχία εδώ και χρόνια στη Γερμανία, απαντάται σε πολλές κουλτούρες και ιστορικές περιόδους: Πριν από 5.000 χρόνια, οι Αιγύπτιοι και οι Βαβυλώνιοι θεράπευαν με υπνωτικές τεχνικές, οι Σουμέριοι, οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι γνώριζαν το θεραπευτικό ύπνο.

Ο οφθαλμίατρος James Braid, στις αρχές του 19ου αιώνα φέρεται να ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο ύπνωση για την trance, έκσταση, που είχε μάθει από τους προκατόχους του, ενώ στην Ινδία, ο James Esdaile, την ίδια χρονική περίοδο, έκανε 1.000 μικρές επεμβάσεις και 300 μεγαλύτερες, από τις οποίες οι 19 ήταν ακρωτηριασμοί, με ύπνωση.

Dr Δημήτρης Κίμογλου – Κλινικός Υπνοθεραπευτής – Ψυχοθεραπευτής

Διαβάστε περισσότερα γα τον αρθρογράφο εδώ

* Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε ένα like και κοινοποιήστε το στους φίλους σας!

Πηγή

*Οι πληροφορίες που παρέχονται στο blog αυτό έχουν καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δε μπορούν να αντικαταστήσουν τη γνωμάτευση ή την επίσκεψη σε γιατρό ή σε άλλον ειδικό της υγείας

 
Simple Mind © 2011 SpicyTricks & ThemePacific.